Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Θεσσαλονίκη το τελευταίο λιμάνι.

Θα πιάσω την ιστορία 10 ώρες πιο πίσω αλλά δεν έχω την διάθεση να την εξηγήσω ήταν μια σκοτεινή δαντέλα στην ζωή μου που ακόμα δεν είμαι σε θέση να αντιμετωπίσω. Ήταν περίπου 5 το πρωί κάπου στις αρχές του Ιουνίου όταν πετάχτηκα από το κρεβάτι μου λουσμένος στον ιδρώτα. Ήμουν τόσο βρεγμένος όσο θα ήμουν αν είχα πέσει μέσα στην θάλασσα αλλά στην πραγματικότητα είχα πέσει μέσα στα σκατα και πάλευα να βρω στεριά. Άρχισα να βάζω μέσα στον σάκο ότι ρούχα έβλεπα μπροστά μου, όσο μπορείς να πεις ότι έβλεπα εκείνη τι στιγμή. Χειμωνιάτικα καλοκαιρινά όλα κακοβαλμένα και ανοργάνωτα. Πέρασα έναν εφεδρικό σάκο διαφυγής στον ώμο και βγήκα στον δρόμο. Ο σάκος διαφυγής είναι μια τσάντα σαν αυτή που έχουν συνήθως για τα λαπτοπ και εκεί έχω ότι χρειάζομαι σε περίπτωση που φύγω βιαστικά για κάπου χωρίς να είμαι προετοιμασμένος η μου χτυπήσουν την πόρτα τα λάθος άτομα θέλει ξεχωριστή ανάλυση σε άλλο άρθρο. Ήταν ακόμα νύχτα όταν άφηνα το χωριό μου και σχεδόν έτρεχα προς την εθνική χωρίς να ξέρω που θα πάω. Ήμουν ανάμεσα από την Αθήνα την Γλασκόβη την Ρόδο και την Θεσσαλονίκη. Το ποτό λεωφορείο που είδα ήταν των Αθηνών μπήκα μέσα και στον δρόμο αποφάσισα να πάω στα Χανιά. Ξανά κάτι δεν μου πήγαινε καλά... Δεν μου άρεσε δεν είχα καλό προαίσθημα και έτσι όταν έφτασα Αθήνα μπήκα στο λεωφορείο για Θεσσαλονίκη. Δεν ξέρω πως σου ακούγονται τώρα όλα αυτά μα ήταν παράξενη η φάση για εμένα. Το παν ήταν να απομακρυνθώ αρκετά από αυτήν την κατάσταση για να μπορέσω να δω λίγο πιο καθαρά. Όταν έφτασα εκεί τηλεφώνησα σε φίλους που γνώριζα ότι ξέρουν να με κάνουν καλά και μπορούσαν να φιλοξενήσουν. Θυμάμαι εκείνη την μέρα με σπασμένες εικόνες λες και την ζούσε κάποιος άλλος και εγώ έβλεπα τα αποσπάσματα. Αρχικά πήγα σε ένα σπίτι με φοιτητές και μετά φύγαμε όλοι για δούμε ένα φεστιβάλ. Έτσι η νύχτα με βρήκε καθισμένο στο γρασίδι της φιλοσοφικής σχολής να λέω σε έναν άγνωστο πως έφτασαν τα πράγματα μέχρι εδω. Τότε αυτός απλώνει το χέρι του μου δίνει ένα τσιγάρο και μου λέει. Πιες να ξεδώσεις ρε παιδί και αν θες παίξε και ξύλο ( από το τραγούδι του Παύλου ). Η νύχτα άρχισε να αποκτά χρώμα, νόημα, και όνομα. Περιπλανήθηκα αρκετά στους μεγάλους δρόμους με τα κίτρινα φώτα αν και ήμουν άυπνος και κουρασμένος. Παράτησα από τα ήμια στο λιμάνι και από εκεί στην καλαμαριά. Πριν ξημερώσει είχα κοιμηθεί και είχα αποφασίσει πως αν κάποτε μείνω κάπου θα μείνω εκεί. Η Θεσσαλονίκη έχει να σου δώσει κάτι περισσότερο από αυτό που ζητάς και πάντα κάτι διαφορετικό.


θες να μου πεις κάτι πάνω σε αυτό?